Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

"Ασκητική". H 7η παράσταση του Φεστιβάλ Θεάτρου. (04.08.2018)



 Του κ. Ανέστη Κορνέζου



«Μου δώσατε μια κατάρα, σας δίνω μιαν ευχή. Σας εύχομαι να ’ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να ‘στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο εγώ.» Ν.Καζαντζάκης
Για να εκτελέσει η τέχνη την όποια της αποστολή, προαπαιτείται να υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται μέσα τους για να δημιουργήσουν ουσία από το τίποτα. Και ο κ.Βασίλης Βασιλάκης έχει από χρόνια αποδείξει, γιατί θεωρείται από τους πλέον ακάματους εργάτες του θεάτρου. Ο άνθρωπος που δίδαξε Θέατρο στην Αίγινα όπως λίγοι, που ακόμα και μετά από χρόνια απουσίας του από το νησί οι φίλοι του τον προσφωνούν "δάσκαλο", που ώθησε πολλά ντόπια παιδιά να ασχοληθούν με την υποκριτική, επέστρεψε ξανά στον τόπο που τόσο τον αγάπησε.
Η Ασκητική, επιστρέφει στο νησί που τη γέννησε πριν κάποια χρόνια τέτοια εποχή, στην αυλή του 2ου Δημοτικού αυτή τη φορά, μετά από περιπλανήσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό, αποσπώντας παντού διθυραμβικές κριτικές και δίνοντάς μας ξανά τη δυνατότητα να απολαύσουμε ένα λογοτεχνικό οδοστρωτήρα ο οποίος στη θεατρική του απόδοσή, προσφέρεται ίσως περισσότερο εύπεπτος απ’ ότι σε μια ενδεχόμενη ανάγνωσή του.
Ο κ.Βασιλάκης έχει μελετήσει το κείμενο και έχει κατανοήσει πλήρως ότι, το βασικό θέμα στη θε(ματ)ολογία του Καζαντζάκη δεν είναι το αν τίθεται υπό αμφισβήτηση η ύπαρξη του Θεού. Αυτό που διακυβεύεται είναι οι ιδιότητες, η μορφή κι ο τρόπος έκφρασης του Υπέρτατου Όντος, το οποίο φανερώνεται ασύμβατο και παραλλαγμένο από τις Γραφές. Η ποιητικά μορφοποιημένη εικόνα του Θεού, που σκιαγραφείται στην Ασκητική, είναι εντελώς διαφοροποιημένη από άλλες λογοτεχνικές εκδοχές που έχει κατά καιρούς παραθέσει ο Καζαντζάκης. Πρόκειται για μια δύναμη ασυνειδητοποίητη που στην προσπάθειά της να απαλλαγεί από πάσης φύσεως δεσμεύσεις και να κατακτήσει την αυτογνωσία, εξελίσσεται μέσω των ζωντανών οργανισμών και εμφυσά ψυχή στην ύλη.
Ο άνθρωπος λοιπόν, σώζει και σώζεται από τον Θεό (Salvatores Dei), τον βοηθά και συνεργάζεται με αυτόν με μια «τίμια» θα λέγαμε ανταλλαγή: ο μεν προσφέρει μια συνειδησιακή λειτουργία, ο δε το υπέρτατο αγαθό, το πρωταρχικό κατά τον συγγραφέα, ζητούμενο της ελευθερίας. (Για την ιστορία, παρόμοιες απόψεις έχουν διατυπώσει οι Bohme, Schelling και ο Bergson, του οποίου η σκέψη υπήρξε για τον Καζαντζάκη καταλυτική.)
Με έναν λόγο πεντακάθαρο και κρυστάλλινο, πότε η φιγούρα του και πότε μαζί με η επιβλητική σκιά του, ο κ.Βασιλάκης μεταφέρει με ρυθμό αυτόματων ριπών, μεταφυσικούς και οντολογικούς προβληματισμούς, πετυχαίνοντας το θαυμαστό: να αποφύγει την περσόνα ενός επί σκηνής φιλοσόφου που επιχειρεί να αποδώσει διανοητική εννοιολογία σε ένα ερμηνευτικά κλειστό σχήμα. Αντίθετα, μεταμορφώνεται στον στοχαστή καλλιτέχνη που εκφράζει τις βαθύτερες πνευματικές συλλήψεις με γλαφυρές ποιητικές εικόνες και σύμβολα, εξωτερικεύοντας τις ιδέες για τη ζωή και το θάνατο με τρόπο βιωματικό και βαθιά θρησκευτικό, κάτω από τον εναρκτήριο θρήνο φυσαρμόνικας.
Σκηνοθεσία - ερμηνεία: Βασίλης Βασιλάκης.
Θεατρική Διασκευή: Ευτυχία Δρούκα
Ενδυματολόγος: Δανάη Καββαδία
Φωτισμοί: Απόστολος Στράντζαλης
Φωτό: Ειρήνη Κουνάδη
Αρχή φόρμας
Τέλος φόρμας

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2018

"Τα ραδίκια ανάποδα".



Γράφει ο κ. Ανέστης Κορνέζος. Φωτογραφία: Ειρήνη Κουνάδη.
 
Η 6η παράσταση του Φεστιβάλ Θεάτρου. (03.08.2018)
Ζητούσα απεγνωσμένα κωμωδία. Ό,τι χρώματος και να ήταν. Επέλεξα τη μαύρη.
Η γνωριμία μου με τη συγγραφική ιδιότητα του Γιώργου Γαλίτη έγινε στις αρχές της χιλιετίας με τους απολαυστικούς και εντελώς χύμα "Διαπλεκόμενους", κι αργότερα μέσα από τα αιχμηρά σατιρικά κείμενα που έγραψε σε συνεργασία με τον Γεράσιμο Γεννατά για την εξαίσια παράσταση "Πατριδογνωσία ή Τίποτα πια δεν είναι για συγγνώμη". Live δεν τον είχα παρακολουθήσει, οπότε με ιντριγκάριζε το να διαπιστώσω και ζωντανά τη σκηνική του απεικόνιση.
Τα συνήθη κουδούνια που προειδοποιούν για την έναρξη της παράστασης παραχώρησαν τη θέση τους σε εκκλησιαστικές καμπάνες. Η πρώτη νύξη στα περί θανάτου είχε ήδη γίνει. Από τη μια τα απρόσωπα και μαζικά ανδρείκελα του σκηνικού και από την άλλη η θεατρική διαπραγμάτευση με τον θάνατο, μαζικός και εντέλει παθητικός και αυτός, μας ενσωμάτωσαν αμέσως στη darkίλα. Τα φώτα χαμηλώνουν, ρέκβιεμ παίζουν, και ο Γιώργος Γαλίτης ως σύγχρονος Χάρος μας καλωσορίζει. Ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά.
Η παράσταση είναι μία αλληλουχία δεκατριών επικηδείων. Δεκατρείς χαρακτήρες: ποιητής, γιατρός, μάγειρας, παπάς, χήρα, στρατηγός και άλλοι, αποχαιρετούν για τελευταία φορά ένα προσφιλές τους πρόσωπο. Η ενδυμασία τους δηλώνει άμεσα το ποιοι είναι, αλλά και ο λόγος τους συμπληρώνει το κοινωνικό τους status, τη σχέση τους με τον αποθανόντα, τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τον εκλιπόντα, το θάνατο, αλλά κυρίως τη ζωή.
Κάθε χαρακτήρας ουσιαστικά αποτελεί και μία μικρή σάτιρα για αυτό που εκπροσωπούν, την εξουσία ή τον απλό πολίτη, ενώ μέσα από τις μονάδες, διαμορφώνουμε μία συνολική εικόνα ενός συνόλου ατόμων. Ο σκηνικός διάκοσμος με δεκατρείς πανομοιότυπες, δισδιάστατες, ανθρώπινες φιγούρες σε φυσικό μέγεθος μπροστά από το φόντο, λειτούργησε πρακτικά τόσο για να υποβάλλει την αίσθηση πολλαπλών παρουσιών (πιθανότατα… τεθλιμμένων συγγενών ή ατυχών θυμάτων) όσο και για υπόμνηση των ρόλων, καθώς σταδιακά ο ηθοποιός τα έντυνε με τα κοστούμια των ρόλων του. Κάθε μονόλογος διακρίνεται από εύστοχα σχόλια που κινούνται ανάμεσα σε μοτίβα που χρωματίζονται διαφορετικά, ανάλογα με την περίσταση, ενώ ταυτόχρονα τον ωθούν βαθμιαία προς την κορύφωση.
Ο θάνατος φοβίζει και γι’ αυτό εμπνέει, τον διακωμωδούμε για να τον ξορκίσουμε. Διανύοντας την έβδομη θεατρική περίοδο επιτυχίας του και με άριστες κριτικές στο ενεργητικό του, ο Γιώργος Γαλίτης, απέδειξε πως ήταν πράγματι μία από τις ναυαρχίδες του φετινού Φεστιβάλ, αλλά και πως εκτός σκηνής πρόκειται για έναν ζεστό, ευγενέστατο και εγκάρδιο άνθρωπο. Γιατί καλύτερο ξόρκι από την ευθεία αναφορά σ’ εκείνο που μας φοβίζει περισσότερο, δεν υπάρχει.
Κείμενο, ερμηνεία, σκηνογραφία: Γιώργος Γαλίτης
Σκηνοθεσία: Βλαδίμηρος Κυριακίδης
Μουσική επιμέλεια, ενορχήστρωση: Τόλης Κετσελίδης
Βοηθός σκηνοθέτη: Ευαγγελία Σχοινά
Φωτό: Ειρήνη Κουνάδη

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

«Πεθαίνω σαν χώρα». Η 5η παράσταση του Φεστιβάλ Θεάτρου (01.08.2018)

 Η  βροχή και ο ασταθής καιρός ταλαιπώρησε την παράσταση "Πεθαίνω σα χώρα" αλλά και πολλούς θεατές. Πολλοί έχασαν την παράσταση λόγω αλλαγής ημερομηνίας, αλλά και κάποιοι αναγκάστηκαν ενώ είχαν αγοράσει εισιτήριο να το εξαργυρώσουν. Η παράσταση δόθηκε τελικά την Τετάρτη 1 Αυγούστου μπροστά σε ένα κοινό που επεφύλαξε στον ερμηνευτή κ. Τ. Μπλάτζιο ένα θερμό χειροκρότημα.

 
Για την παράσταση γράφει ο κ. Ανέστης Κορνέζος στην προσωπική του σελίδα στο facebook. Φωτογραφίες Ειρήνη Κουνάδη.

Πόσο γνωστός είναι ο κορυφαίος Θεσσαλονικιός συγγραφέας του εμβληματικού κειμένου που παρακολουθήσαμε την 1η του Αυγούστου; Tο πολυδαίδαλο έργο του δυστυχώς παραμένει άγνωστο. Ήταν μόλις 34 ετών όταν έγραψε το ανυπέρβλητο «Πεθαίνω σαν χώρα». Και προκάλεσε σάλο καθώς εδώ και 35 χρόνια οι φράσεις αυτού του κειμένου-ορόσημο για τον ελληνικό νεωτερισμό, μιλούν βαθιά μες στην καρδιά κάθε σκεπτόμενου πολίτη: «Μισώ αυτήν τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα… Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη και φόνισσα… [] Έχω μέσα μου τη μοίρα της. Πεθαίνω σαν χώρα».
Ποιος άλλος έχει αφηγηθεί με τόσο πυρετικό ποιητικό λόγο τη συνθήκη του «να είσαι Έλληνας»;
Στο κύριο και μεγαλύτερο μέρος του έργου εξιστορούνται τα ποικίλα πάθη και τα δεινά μιας χώρας σε κατάσταση κρίσης και κατάρρευσης – όχι μόνον από εξωτερικούς λόγους αλλά, κυρίως, εξαιτίας της εσωτερικής διαφθοράς και σήψης που επικρατεί σε όλα τα επίπεδα.
Αυτό το αδυσώπητα επίκαιρο και ειλικρινές έργο ήρθε στην αυλή του 2ου Δημοτικού, προβληματίζοντας πολλούς. Η σκληρότητα της εποχής που διανύουμε όχι μόνο ως πολίτες αλλά πρωτίστως, ως υπάρξεις, ενδεχομένως και σε όσα μελλοντικά μάς επιφυλάσσονται, παρουσιάστηκαν ανάγλυφα μέσα από τη βαθιά και ευαίσθητη ματιά ενός συγγραφέα, την ερμηνευτική δεινότητα ενός πολύ δυνατού ηθοποιού και ενός διαχρονικού έργου μοιάζει σήμερα πιο προφητικό από ποτέ.
Είναι σκληρό ή απλά ειλικρινές να ομολογεί κανείς ότι «μισεί τον τόπο του»;
Είναι όμως, ακόμα περισσότερο βάναυσο και, εν τέλει, οδυνηρό να αποσιωπά κανείς την αλήθεια και να εκπαιδεύει τις επόμενες γενιές, να μεταθέτουν ή να μην δέχονται, πάσης φύσεως χρέη και λάθη, πολλές φορές πλέον χωρίς δισταγμό ή πρόσχημα.
Το "Πεθαίνω σα χώρα" του Δημήτρη Δημητριάδη ανήκει, πιστεύουμε, στα ελάχιστα εμβληματικά κείμενα της λογοτεχνίας μας (από μιαν άποψη μπορούμε να τα συγκρίνουμε με «Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου), όπου η αφήγηση παύει να είναι «αφήγηση» – ασυνήθιστο και δυσθεώρητο κατόρθωμα, και να μετατρέπεται σε βίωμα.
Αντί επιλόγου, θα θέλαμε να κλείσουμε με το εξής: εκτός από την πρώιμη αναφορά στα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων και το δυστοπικό μέλλον που το κείμενο διαγράφει, το πιο σημαντικό κατά τη γνώμη μας, είναι τούτο το απόσπασμα που ίσως μας θυμίσει πολλά: «(…) Η κατοχή κράτησε πράγματι πολλούς αιώνες. Όσο χρειαζόταν για να εξαφανιστεί το παραδοσιακό εκτόπισμα της χώρας και να συγχωνευτεί και αυτή μες στο ευρύτατο κοσμοδιάγραμμα που κάλυπτε πια όλη την υδρόγειο (…)»

Ερμηνεία: Τάσος Μπλάτζιος
Συντελεστές:
Κείμενο: Δημήτρης Δημητριάδης
Σκηνοθεσία: Τάνια Κίτσου
Διασκευή: Τάσος Μπλάτζιος
Μουσική-Ήχοι: Τάκης Μανιάτης
Καλλιτεχνική Επιμέλεια - Προβολές –: Τάνια Κίτσου
Φωτισμοί: Ιων Ξυπολιάς
Φωτό: Ειρήνη Κουνάδη










Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

"Άγρια Δύση". Η 4η παράσταση του Φεστιβάλ Θεάτρου (28.07.2018)


 Του κ. Ανέστη Κορνέζου. Φωτογραφίες  Ειρήνη Κουνάδη
 
Κάποτε είχαμε τα αυθεντικά γουέστερν του John Ford, κατόπιν τα πιο λάιτ ιταλιάνικα, τα επονομαζόμενα σπαγγέτι, και πλέον γνωρίσαμε ένα νέο είδος της κατηγορίας από χέρια ντόπια. Θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε «Ανήκομεν εις την Δύση- γουέστερν», ελληνικής έμπνευσης από τον μετρ του γέλιου Θοδωρή Αθερίδη. Η Άγρια version της λοιπόν, η Δύση αποτέλεσε σίγουρα το μεγαλύτερο χαρτί του 8ου Φεστιβαλ Θεάτρου και ασφαλώς η παράσταση όπου όλοι μιλούσαν και ανυπομονούσαν γι αυτήν.
Τα βαριά ονόματα των συντελεστών αλλά και τις Αθηναϊκές κριτικές να προϊδεάζουν για μια από τις πιο καυτές παραστάσεις της φετινής σαιζόν, έκαναν τις θέσεις περιζήτητες από νωρίς στην αυλή του 2ου Δημοτικού.
Υπό τους ήχους απανωτών πυροβολισμών και ένα αλά Ennio Morricone σάουντρακ, ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης ως μυστηριώδης κάουμπου εκ Σουηδίας, επιστρέφει μετά από χρόνια απουσίας στην πατρίδα του την Κρήτη. Και συγκεκριμένα στην πανσιόν που διατηρεί η Μπέσσυ Μάλφα, μια γυναίκα καπάτσα, ατυχήσασα στο γάμο και με δυο δίδυμα παιδιά που δουλεύουν μαζί της. Ο γιος ολίγον κουζουλός, ολίγον ό,τι να ‘ναι, και η κόρη καπάτσα σαν τη μάνα και αδίστακτη. Ο μυστηριώδης ξένος θα αποδειχθεί ότι δεν διάλεξε τυχαία το συγκεκριμένο πανδοχείο, καθώς τον συνδέει παλιό νταλαβέρι με την ιδιοκτήτρια, τόσο στενό που απέδωσε ως καρπούς τα δίδυμα. Μετά την αποκάλυψη, οι οικογενειακές ισορροπίες θα αλλάξουν προς μια ξεκαρδιστική κατεύθυνση, με την τετράδα να επιδίδεται σε ένα σπαρταριστό κυνήγι θησαυρού με εκρηκτικό πεντοζάλι, δολοπλοκίες, ένοχα μυστικά, ντεμέκ βεντέτες, φυλακές και πηγάδια και εκκωφαντικές μπαλωθιές.
Η ιδιαιτερότητα και η ουσία της επιτυχίας του έργου βρίσκεται ακριβώς στη σύμπτυξη τόσων ετερόκλητων καταστάσεων σε μια δαιδαλώδη πλοκή όπου έχει έναν κυρίως σκοπό: την πλήρη απογύμνωση από κάθε τί σοβαροφανές. Συνειδητοποιημένα γραφικές φιγούρες, στοιχεία κωμωδίας, δράματος, θρίλερ, καουμπόικου, περιπέτειας, μιούζικαλ, παρωδίας, όλα συνέθεταν ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα αποδομημένο από φόρμες και κλασσικές κωμικές μανιέρες.
Το πρωταγωνιστικό ζεύγος, πρόκειται για έμπειρους ταλαντούχους ηθοποιούς με εξαιρετικά δείγματα παρουσίας στον χώρο αλλά και τα δίδυμα σιγουρά το’χουν, καθώς μπόρεσαν να σταθούν επάξια δίπλα στους θεατρικούς γονείς τους. Το σκηνικό και τα κοστούμια σε μεταφέρουν πιστά στη σκονισμένη Αριζόνα (ή στα Λιβανιανά) αφήνοντας μια γεύση από Αμερικάνικη άμμο στα δόντια.
Και σίγουρα, κλασσική θα μείνει και η ατάκα «Κλείστε τα κινητά σας, εκτός αν έχετε ringtone Ξυλούρη ή Ψαραντώνη».
Έπαιξαν: Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Μπέσσυ Μάλφα, Πηνελόπη Πλάκα, Τάσος Κονταράτος
Σκηνοθεσία: Μπέσσυ Μάλφα
Σκηνικά: Λία Ασβεστά
Μουσική: Γιώργος Χατζής
Κοστούμια: Ελένη Μπλέτσα
Μακιγιάζ: Σταυρούλα Σγούρου
Φωτισμοί: Μιχάλης Κουβόπουλος
Φωτό: Ειρήνη Κουνάδη












Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

«Επάγγελμα Πόρνη». Η 3η παράσταση του Φεστιβάλ Θεάτρου.

 Ο άσχημος καιρός αποδείχτηκε τελικά ο μεγάλος αντίπαλος της Λιλής Ζωγράφου, που ανάγκασε  την παράσταση του έργου της "Επάγγελμα πόρνη" να δοθεί σε κλειστή αίθουσα -  την αίθουσα εκδηλώσεων του 2ου Δημοτικού Σχολείου Αίγινας - καλώντας  την ερμηνεύτρια κ. Αλεξάνδρα Παλαιολόγου να αναμετρηθεί με αντίξοες σκηνικές συνθήκες και μεγάλη ζέστη. Ωστόσο ο καιρός στέρησε τη δυνατότητα σε πολλούς θεατές να παρακολουθήσουν την παράσταση  του έργου: "Επάγγελμα πόρνη"  που ήταν και  η τρίτη κατά σειρά παράσταση  του 8ου Φεστιβάλ  Θεάτρου Αίγινας.
 Παραθέτουμε  το μεστό κείμενο  του κ. Ανέστη Κορνέζου πλαισιωμένο από  τις φωτογραφίες  της κ. Ειρήνης Κουνάδη.

    Του κ. Ανέστη Κορνέζου. 
Ιδιαίτερα δυναμική η συνέχεια του Φεστιβάλ Θεάτρου καθώς, μετά τον Γάμο του Καραχμέτη και τον Πολυτεχνίτη που έτυχαν θερμής υποδοχής από το πολυάριθμο κοινό του νησιού, σειρά είχε η κ.Αλεξάνδρα Παλαιολόγου με το έργο της Λιλής Ζωγράφου, «Επάγγελμα Πόρνη».
Το 13ο κατά σειρά έργο της συγγραφέως από ένα σύνολο 24 βιβλίων και το δεύτερο μεγαλύτερο σε επανεκδόσεις της. Πύρινη, μαχητική και αντισυμβατική η γραφή της. Ένας σοκαριστικός αυτοβιογραφικός μονόλογος που τσακίζει κόκκαλα, ξυπνάει μνήμες και επιχειρεί να αφυπνίσει συνειδήσεις.
Από το πρώτο δευτερόλεπτο που εισέβαλε η ηθοποιός στη σκηνή, μέχρι το τσιγάρο αποφόρτισης στο τέλος της παράστασης, φαίνεται ότι έβαλε την ψυχή της σε αυτόν τον απαιτητικό μονόλογο. Άνοιξε την παλέτα των συναισθημάτων της και ζωγράφισε την κάθε φράση με ό,τι της άρμοζε: απογοήτευση, ειρωνεία, περιφρόνηση, αυτοπεποίθηση, αγωνία, μοναξιά. Ειδικά στο δεύτερο μέρος, που το ξεχωρίζει και η ίδια η ηθοποιός ως μάνα το αγαπημένο της παιδί, η ρεαλιστική της θεατρική απόδοση ήταν τέτοια που μας οδήγησε να φαντασιωθούμε ότι δεν είναι μόνο η Γυναίκα που αφηγείται, αλλά η Ελλάδα ολόκληρη ως πολύπαθος λαός που εκδίδεται και βιάζεται, συνειδητά και ασύνειδα.
Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε την ηρωίδα στην προσπάθειά της να αλλάξει το αναγραφόμενο επάγγελμα στο διαβατήριό της, ώστε να μπορέσει να εγκαταλείψει την χώρα. Τα ευτράπελα και η πηγαία ανάγκη για αφήγηση των πεπραγμένων επέτρεπαν στο γέλιο και τη συγκίνηση να εναλλάσσονται στις καρδιές.
Μια πιο σκληρή και με σχεδόν καθόλου στοιχεία χιούμορ ιστορία ήρθε να διαδεχτεί την πρώτη. Η αποκάλυψη της ψυχιατρικής κλινικής όπου βρίσκεται έγκλειστη η συγγραφέας, ξετυλίγει ένα κουβάρι γεγονότων τα οποία της έδωσαν περαιτέρω τροφή για αγώνα και δημιουργία. Το σκληροτράχηλο πνεύμα δεν επέτρεψε σε τίποτα να το κατασπαράξει, αντιθέτως το βοήθησε να βρει τον μίτο και να ξεφύγει από τον εφιαλτικό λαβύρινθο.
Ο Ένκε Φεζολλάρι σκηνοθετικά επιτέλεσε με επιτυχία όχι μόνο τα προαπαιτούμενα, αφ’ενός την πλήρη αφοσίωση του θεατή προς την μονολογούσα και αφ’ ετέρου το περιθώριο στην πρωταγωνίστρια του να αναδείξει τις ερμηνευτικές της δυνατότητες, αλλά και να εγείρει πολιτικούς, κοινωνικούς, ιστορικούς και ανθρωπιστικούς προβληματισμούς, που εικάζουμε ότι ήταν και ο ευσεβής πόθος του.
Στη σκηνή του θεάτρου, μετά το τέλος της παράστασης, είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε και το έξυπνο σκηνογραφικά κολάζ με εφημερίδες της εποχής, τοποθετημένες εκεί ώστε να θυμίζουν στο κοινό γεγονότα κατά τη διάρκεια της επταετίας.
Κι αν θα μπορούσαμε να συμπτύξουμε σε μία φράση ολόκληρη αυτή τη μία ώρα θεατρικής απόλαυσης, δεν θα ήταν άλλη από το αγαπημένο ρητό της ίδια της συγγραφέως:
«Η ζωή νικά».

Φωτό: Ειρήνη Κουνάδη